Tag Archives: βιταμίνες

Η βιταμίνη Κ συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνο

Άνθρωποι που προσλαμβάνουν μεγαλύτερες ποσότητες βιταμίνης Κ μέσω της διατροφής τους μπορεί ενδεχομένως να έχουν λιγότερες πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου ή θανάτου από αυτόν, ιδιαίτερα του πνεύμονα ή του προστάτη, σε σχέση με όσους καταναλώνουν σχετικά λίγες τροφές που περιέχουν βιταμίνη Κ, αναφέρει νέα έρευνα.

Η έρευνα που δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘American Journal of Clinical Nutrition’, φαίνεται πως είναι η πρώτη που εξετάζει τη σχέση μεταξύ βιταμίνης K και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου και θανάτου. Η προηγούμενη έρευνα την είχε συνδέσει με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη.

Τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι η κατανάλωση μεγαλύτερων ποσοτήτων βιταμίνης Κ βοηθά στη μείωση του κινδύνου να εκδηλωθούν ορισμένοι καρκίνοι. Ωστόσο, αποτελούν τη βάση για νέες έρευνες, αναφέρει ο Dr. Jakob Linseisin, από το German Cancer Research Center στη Χαιδελβέργη.

Η βιταμίνη Κ υπάρχει σε 2 φυσικές μορφές. Βιταμίνη Κ1 που βρίσκεται σε πράσινα φυλλώδη λαχανικά και έλαια λαχανικών και βιταμίνη Κ2 που βρίσκεται στο κρέας και στα τυριά.

Στην έρευνα, η βιταμίνη Κ2 την οποία οι συμμετέχοντες προμηθεύονταν από το τυρί συνδέθηκε με πιθανότητα εμφάνισης ή θανάτου από καρκίνο, σε αντίθεση με τη βιταμίνη K1.

Τα ευρήματα βασίζονται σε στοιχεία 24.340 ενηλίκων ηλικίας 35 έως 64 ετών που δεν έπασχαν από καρκίνο στην αρχή της έρευνας. Οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτηματολόγια για την πρόσληψη βιταμίνης Κ. Την επόμενη δεκαετία 1.755 συμμετέχοντες διαγνώστηκαν με καρκίνο του παχέος εντέρου, του μαστού, του προστάτη ή του πνεύμονα και 458 πέθαναν κατά τη διάρκεια της έρευνας.

Γενικά, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι το ένα τέταρτο με την υψηλότερη πρόσληψη βιταμίνης K2 είχε 28% λιγότερες πιθανότητες να πεθάνει από κάποιο είδους καρκίνου σε σχέση με το ένα τέταρτο αντρών και γυναικών με τη χαμηλότερη πρόσληψη. Αυτό φάνηκε όταν ελήφθησαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το βάρος, συνήθειες άσκησης, το κάπνισμα και η κατανάλωση ορισμένων άλλων ουσιών όπως ίνες και ασβέστιο. Από το ένα τέταρτο των συμμετεχόντων που έλαβαν τη μικρότερη ποσότητα βιταμίνης Κ2, 156, ποσοστό 2,6%, πέθαναν από ένα από τα τέσσερα είδη καρκίνου.

Αυτό ίσχυε για το ποσοστό 1,6% των συμμετεχόντων με την υψηλότερη πρόσληψη βιταμίνης από τις τροφές. Όταν οι ερευνητές εστίασαν χωριστά σε είδη καρκίνου δεν φάνηκε σαφής σχέση μεταξύ κάποιας μορφής βιταμίνης Κ και του καρκίνου του μαστού ή του παχέος εντέρου. Ωστόσο, μεγαλύτερη κατανάλωση βιταμίνης Κ2 σχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ή θανάτου από καρκίνο του πνεύμονα ή του προστάτη.

Από το ένα τέταρτο των συμμετεχόντων με τη χαμηλότερη πρόσληψη βιταμίνης Κ2, 47, ποσοστό 0,8%, εμφάνισαν καρκίνο του πνεύμονα έναντι 0,4% του ενός τετάρτου που λάμβανε την περισσότερη βιταμίνη Κ2. Όσον φορά τον καρκίνο του προστάτη υπήρχαν 111 περιστατικά μεταξύ του ενός τετάρτου των αντρών με τα χαμηλότερα επίπεδα πρόσληψης βιταμίνης K2 και 65 περιστατικά στην ομάδα με την υψηλότερη κατανάλωση.

Θεωρητικά, η βιταμίνη Κ θα μπορούσε να προσφέρει κάποια προστασία έναντι του καρκίνου. Συχνά χρησιμοποιείται για να εξουδετερώσει μεγάλες δόσεις αντιπηκτικών, αν και αυτό δεν σχετίζεται φανερά με τον καρκίνο. Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε εργαστήρια φάνηκε ότι η βιταμίνη μπορεί να καταστείλει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων και να προάγει την απόπτωση.

Ωστόσο, αν η βιταμίνη Κ είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τον χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου που προέκυψε από την έρευνα είναι ασαφές. Ένας περιορισμός είναι ότι οι ερευνητές υπολόγισαν την πρόσληψη βιταμίνης Κ με βάση τις διατροφικές συνήθειες που ανέφεραν οι συμμετέχοντες. Η μεγαλύτερη ποσότητα της βιταμίνης Κ προήλθε από την κατανάλωση τυριού και είναι πιθανό άλλες ουσίες να συνδέονται με τον κίνδυνο καρκίνου.

iatronet.gr - υγεία, διατροφή, ομορφιά, φυσική κατάσταση, ειδήσεις, νέα, κατάλογοι υγείας Πηγές:  ‘American Journal of Clinical Nutrition’

Το «πανόραμα» των εντερικών μικροβίων, δημιούργησε διεθνής επιστημονική ομάδα

Πηγή :   HEALTH.IN.GR

Ευρωπαίοι και Kινέζοι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα μικρόβια που ζουν μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό, ανήκουν σε περίπου χίλια διαφορετικά είδη και περιέχουν 3,3 εκατομμύρια γονίδια, πολύ περισσότερα από τα περίπου 23.000 γονίδια του ανθρωπίνου γονιδιώματος.

Αποκαλύφθηκε επίσης ότι οι Ευρωπαίοι έχουν κοινό ένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό βακτηρίων στα έντερά τους από ό,τι θεωρείτο μέχρι σήμερα. Οι διαπιστώσεις αυτές μπορεί να αποκαλύψουν πώς τα «φιλικά» μικρόβια, που βοηθούν στην πέψη της τροφής και στην καταπολέμηση παθογόνων μικρο-οργανισμών, αλληλεπιδρούν με το σώμα του ανθρώπου και επηρεάζουν την εκδήλωση ή μη των διαφόρων ασθενειών.

Η έρευνα, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου καταγραφής του γονιδιώματος των εντερικών μικρο-οργανισμών MetaHIT, βασίστηκε στην ανάλυση DNA από δείγματα κοπράνων 124 Ευρωπαίων και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature, σύμφωνα με το BBC και τα πρακτορεία Reuters και Γαλλικό.

Συμμετείχαν, για επί δύο χρόνια, περισσότεροι από 100 ερευνητές από τη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Δανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Βρετανία και την Κίνα, οι οποίοι ουσιαστικά δημιούργησαν το λεπτομερέστερο μέχρι σήμερα γενετικό «πανόραμα» των εντερικών μικροβίων. Το ανθρώπινο σώμα περιέχει περίπου δέκα φορές περισσότερα μικρόβια από ό,τι ανθρώπινα κύτταρα και τα περισσότερα από αυτά τα είδη (τουλάχιστον 160 σε σύνολο 1.000) ζουν στα έντερα.

Σύμφωνα με τον ερευνητή καθηγητή Τζερόεν Ράες του Πανεπιστημίου Vrije των Βρυξελλών, «βασικά, οι άνθρωποι είμαστε μια αποικία βακτηρίων που περπατάει.» Λιγότερο από το ένα τρίτο των γονιδίων που κατέγραψε η νέα μελέτη, έχουν μελετηθεί καλά. Πάνω από το 25% των γονιδίων των μικροβίων εντοπίστηκαν για πρώτη φορά, πράγμα που σημαίνει ότι πιθανότατα άγνωστα είδη μικροβίων ζουν στα έντερά μας, σύμφωνα με έναν από τους επικεφαλής της έρευνας, τον γενετιστή μικροβίων Ντούσκο Έρλιχ του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Έρευνας της Γαλλίας.

Μέχρι στιγμής εκτιμάται ότι έχουν «διαβαστεί» οι αλληλουχίες του 85% περίπου των γονιδίων των εντερικών μικροβίων. Η μελέτη αποκαλύπτει πληροφορίες για τα γονίδια που τα μικρόβια χρησιμοποιούν προκειμένου να επεξεργαστούν πολύπλοκα σάκχαρα, να παράγουν ουσιώδη αμινοξέα και βιταμίνες και να μετατρέψουν ξένες ουσίες σε χρήσιμες για το σώμα μας.

Επειδή οι μικροβιακές «κοινότητες» διαφέρουν ανάμεσα στους άρρωστους και στους υγιείς ανθρώπους, οι ερευνητές ευελπιστούν ότι στο μέλλον, εντοπίζοντας συγκεκριμένα μικρόβια υπεύθυνα για μια ασθένεια στα έντερα, θα μπορούν να διαθέτουν διαγνωστικούς και προγνωστικούς βιοδείκτες, οι οποίοι θα δείχνουν την αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας ή ακόμα θα επιτρέπουν την έγκαιρη θεραπευτική παρέμβαση σε έναν άνθρωπο.

Ανοίγει επίσης ο δρόμος οι γιατροί να τροποποιούν ενεργητικά την μικροβιακή χλωρίδα των εντέρων, μέσω κατάλληλης δίαιτας ή φαρμακευτικών σκευασμάτων, ώστε να βελτιώνεται ανάλογα η ανθρώπινη υγεία.

Από  ΑΠΕ-ΜΠΕ